Ιστορίες
Ιστορίες
Επιστρέφοντας στην Χόμορη PDF Εκτύπωση E-mail
Συντάχθηκε απο τον/την Administrator   
Πέμπτη, 31 Μάιος 2012 06:07

Θυμάμαι εύκολα τα παιδικά μου χρόνια. Οι αναμνήσεις από εκείνη την περίοδο της ζωής μου πλημμυρίζουν το μυαλό μου κάθε φορά που επισκέπτομαι τη Χόμορη. Η πρωινή βόλτα στην περιοχή του Καναβόκηπου για το μάζεμα της ρίγανης έχει γίνει καλοκαιρινή παράδοση.

Απόσταση περίπου τριάντα λεπτά με τα πόδια, αλλά μπορεί να διαρκέσει πολύ περισσότερο εάν σταματήσεις για να απολαύσεις το κελάηδισμα των πουλιών και το άρωμα των αγριολούλουδων.

Κάθε εποχή του χρόνου, είναι μια καλή στιγμή για να καθίσεις στην πλατεία της Χόμορης και να ζωντανεύεις αναμνήσεις παρέα με τους ηλικιωμένους του χωριού, πάνω από ένα ποτήρι ούζο ή ένα φλιτζάνι καφέ. Κάποιοι από αυτούς έχουν πλέον μετακινηθεί με τις οικογένειες τους στις πόλεις και κάποιοι άλλοι έχουν πεθάνει. Έχουν χαθεί. Για μένα είναι ιδιαίτερη ευχαρίστηση το καλοκαίρι που βλέπω κάποιους από τους ηλικιωμένους συγγενείς και οικογενειακούς φίλους, όπως την θεία Αφροδίτη, τον θείο και την θεία Κοτσώτα, τον συνταξιούχο παπά μας, Πάτερ Αντώνη και άλλους.
Δεν ζω στην Χόμορη για περισσότερο από 50 χρόνια, ωστόσο την επισκέπτομαι για λίγες εβδομάδες, δύο φορές το χρόνο. Οι αλλαγές που έχω παρατηρήσει κατά την διάρκεια αυτών των πέντε δεκαετιών είναι περισσότερο βαθμιαίες, παρά σαρωτικές. Τα μονοπάτια έχουν εξελιχθεί σε στενούς ασφαλτωμένους δρόμους που ενώνουν τα διάφορα ορεινά χωριά. Τα αυτοκίνητα έχουν αντικαταστήσει τα άλογα και τα γαϊδούρια. Το ηλεκτρικό ρεύμα, το τηλεφώνο και οι εσωτερικοί χώροι υγιεινής, έχουν αντικαταστήσει τις λάμπες πετρελαίου, τις εξωτερικές τουαλέτες και το φωναχτό κάλεσμα μεταξύ των γειτόνων!
Ωστόσο, καμία από αυτές τις αλλαγές δεν έχει αλλάξει την γραφική ομορφιά της “παλιάς” Χόμορης: τις κόκκινες κεραμοσκεπές, την πλούσια βουνίσια βλάστηση και τις φιλικές και φιλόξενες φωνές των χωρικών. Σίγουρα ο μόνιμος πληθυσμός έχει ελαττωθεί από τότε που ζούσα και εγώ εκεί, λιγότεροι από 30 άνθρωποι διατηρούν τώρα το χωριό ζωντανό όλο το χρόνο. Ωστόσο, πολλές εκατοντάδες άτομα επιστρέφουν το καλοκαίρι για διακοπές. Αληθινά, η Χόμορη έχει εξελιχθεί σε ένα τουριστικό προορισμό! Με τον ερχομό όμως του Νοέμβρη, το χωριό ξανακοιμάται και κατά την διάρκεια του μακρύ χειμώνα η ζωή επιστρέφει πίσω στην ήσυχη, γαλήνια περίοδο – στην Χόμορη των παιδικών μου χρόνων.
Είναι λυπηρή η σκέψη ότι μέσα σε μια γενιά ή με τον θάνατο των 30 και πλέον μόνιμων κατοίκων, η Χόμορη, το όμορφο χωριό μας, μπορεί να ερημωθεί. Θα υπάρχει εκεί άραγε ένας παπάς για να κάνει ένα τρισάγιο? Τι ρόλο θα παίξει η σημερινή γενιά μας, για να δει ότι τα παιδιά και τα εγγόνια μας δε θα ξεχάσουν την Χόμορη;

 
Χόμορη - Το χωριό μας τότε και... τώρα! PDF Εκτύπωση E-mail
Συντάχθηκε απο τον/την Administrator   
Πέμπτη, 31 Μάιος 2012 05:51

Οι αναμνήσεις μου για τη Χόμορη αρχίζουν κάμποσα χρόνια πριν τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Καθώς η γραμμή των αναμμένων μου κεριών όλο και λιγοστεύει, οι αναμνήσεις μου από το παρελθόν γίνονται όλο και πιο έντονες και λαχταρώ τα όμορφα χρόνια της νιότης μου.

Θυμάμαι ζωηρά πόσο ωραία ήταν τα παιδικά μου χρόνια στη Χόμορη! Η ζωή τότε ήταν απλή, χαρούμενη, ανέμελη και γεμάτη απ΄ αγάπη κι ευτυχία.
Όταν ξέσπασε ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος η ζωή μας στο χωριό άλλαξε ανθημερόν. Οι άνθρωποι από παντού πήραν το δρόμο της επιστροφής. Η Χόμορη άπλωσε αγαπητικά το χέρι της και καλοδέχτηκε όλους εκείνους που είχαν ξενιτευτεί, ζητώντας κάπου αλλού μια καλύτερη ζωή.

Πολλοί απ’ αυτούς ήταν επαγγελματίες σε πολλούς τομείς της ζωής. Άλλοι πάλι ήταν βιοπαλαιστές,  πατεράδες, μητέρες, νέοι και γέροι που έπρεπε να καλλιεργούν τα χωράφια και τους κήπους τους προσπαθώντας έτσι να βγάλουν τα απαιτούμενα για την επιβίωσή τους. Είχαν καταλάβει ότι  η ζωή τους ήταν αλληλένδετη κι έπρεπε να μοιράζονται το βίος τους, να εκκλησιάζονται και να προσεύχονται μαζί  για μπορέσουν να επιβιώσουν.

Το 1945 ο πόλεμος τελείωσε κι όλοι χαρήκαμε. Η Χόμορη αποχαιρέτησε αυτούς που είχαν επιστρέψει και τώρα έφευγαν. Για μένα τα χρόνια του μεσοπολέμου ήταν μια εκπληκτική κι αξέχαστη εμπειρία. Μεγαλώνοντας μέσα σε τέτοιες ανησυχίες και υπομένοντας όλες τις καταστροφές και στερήσεις του πολέμου κατορθώσαμε να επιβιώσουμε με εξαίρεση τη μακαρίτισσα τη μητέρα μου που πέθανε τον Σεπτέμβριο του 1941.

Είναι ανάγκη να καταλάβει ο αναγνώστης ότι το άρθρο μου αυτό περιγράφει τη ζωή του χωριού μας  όπως τη ζήσαμε ΤΟΤΕ. Τούτο με κάνει να αισθάνομαι την ανάγκη να υπενθυμίσω στους νέους μας πως η ζωή μερικές φορές μπορεί να γίνει δύσκολη. Ας θυμηθούμε για μια στιγμή πως  η διαδρομή απ’ το χωριό μας για τη Ναύπακτο έπαιρνε 12 ώρες πεζή. Ο κύριος σκοπός του ταξιδιού μας στη Ναύπακτο ήταν να αγοράσουμε τα αναγκαία ψώνια για να περάσουμε δύο με τρεις εβδομάδες. Όταν αγοράζαμε τα αναγκαία, μαζευόμασταν στο χάνι του Κυρ Γιώργου Χατζή να ξεκουραστούμε για λίγο πριν ξεκινήσουμε για την επιστροφή. Φορτωμένοι με πολλών οκάδων φορτία ξεκινάγαμε για τη δωδεκάωρη πεζοπορία της επιστροφής. Μερικοί που τύχαινε να'χουν  ζώα τη βγάζανε πιο ξεκούραστα. Το ταξίδι ήταν μακρινό και κουραστικό και έπρεπε να κάνουμε πολλούς ενδιάμεσους σταθμούς για να πάρουμε μια ανάσα. ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΓΙΝΟΝΤΟΥΣΑΝ ΤΟΤΕ.

Τελευταία Ενημέρωση στις Πέμπτη, 31 Μάιος 2012 06:06